Greek Words and Phrases
CCEL ThML source edition
Philip Schaff
μετὰ παρατηρήσεως: 1
μετέχειν: 1
μετέχεσθαι: 1
μετ᾽ εὐσεβείας: 1
μεταξὺ τῆς τοῦ ἀγεν[ν]ήτου καὶ τῆς τῶν γενητῶν φύσεως: 1
μετουσίας, ὥσπερ ἀπὸ πηγῆς, ἐπ᾽ αὐτὸν προχεομένης πληρούμενον: 1
μετοχή: 1
μηδ᾽ ἄλλοτε ἄλλην κ.τ.λ: 1
μοῦνος ἐ& 241·ν ἀγαπητός: 1
μονὰς: 1
μονὴ: 1
μονήν: 1
μονότης: 1
μοναστήριον: 1
μοναχοί: 1
μονο: 1
μονογενὲς: 1
μονογενὴς Θεός: 1
μονογενὴς θεός: 1
μονογενὴς πρωτεύων ἐν τῇ κτίσει: 1
μονογενής: 1
μονογενῆ: 1
μονοούσιον καὶ οὐχ ὁμοούσιον: 1
μονοούσιος: 1
μοούσιον: 1
μορφὴ: 1
μυστικωτέρα χειροτονία: 1
νέα ῎Ισις ἐχρήματιζε: 1
νόθοις ὥσπερ ὀνόμασι: 1
νόμῳ φύσεως: 1
νῦν γενομένων: 1
νῦν δὲ καὶ διαβάλλειν τοὺς πατέρας τετολμήκασι: 1
νεύματα: 1
νεώτερον: 1
νεῦμα: 1
νεανίσκος, ῾Ο δὲ ᾽Ιησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ, ἠγάπησεν αὐτόν: 1